Ο σίδηρος είναι ένα πολύ σημαντικό θρεπτικό συστατικό, ζωτικής σημασίας για τις δραστηριότητες των κυττάρων. Παρόλα αυτά αποτελεί πρόβλημα για εκατομμύρια ανθρώπους. Πολλοί δεν καταναλώνουν επαρκώς τροφές που περιέχουν σίδηρο, ενώ κάποιοι άλλοι θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους υπερκαταναλώνοντας πηγές σιδήρου. Ο σίδηρος αποτελεί σπουδαίο παράδειγμα του κινδύνου που εγκυμονεί για τν υγεία, η πολύ χαμηλή και η πολύ υψηλή του πρόσληψη του. Βέβαια ο οργανισμός μας έχει πολλούς τρόπους διατήρησης της ομοιόστασης του σιδήρου, προστατεύοντας μας τόσο από την έλλειψη, όσο κι απ’ την υπερφόρτωση σιδήρου.

 

Ο ρόλος του σιδήρου

Ο σίδηρος συμπεριφέρεται ως συμπαράγοντας ενζύμων που εμπλέκονται σε οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες στον μεταβολισμό όλων των κυττάρων. Τα ένζυμα που εμπλέκονται στην παραγωγή αμινοξέων, κολλαγόνου, ορμονών και νευροδιαβιβαστών, απαιτούν σίδηρο.

Το μεγαλύτερο μέρος του σιδήρου στον οργανισμό βρίσκεται σε δύο πρωτεΐνες: στην αιμογλοβίνη, στα αιμοφόρα αγγεία και στην μυογλοβίνη, στα κύτταρα του μυϊκού ιστού. Και στις δύο περιπτώσεις ο σίδηρος βοηθά στην απορρόφηση, στη μεταφορά και στην απελευθέρωση του οξυγόνου.

Απορρόφηση και μεταβολισμός

Το σώμα μας διατηρεί τον σίδηρο. Επειδή λοιπόν είναι δύσκολο ο οργανισμός να αποβάλλει σίδηρο, η ισορροπία διατηρείται αρχικά μέσω της απορρόφησης του. Περισσότερος σίδηρος απορροφάται όταν οι αποθήκες είναι άδειες και λιγότερος όταν αυτές είναι γεμάτες.

Η φεριτίνη είναι η πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο από τις τροφές και τον αποθηκεύει στα κύτταρα του λεπτού εντέρου. Όταν οργανισμός χρειάζεται σίδηρο, η φεριτίνη απελευθερώνει λίγο σίδηρο και η πρωτεΐνη μεταφοράς τρανσφερίνη, φροντίζει την συνέχεια του έργου. Εάν οργανισμός δεν χρειάζεται σίδηρο, τότε αυτός αποβάλλεται μαζί με τα κύτταρα του λεπτού εντέρου στα κόπρανα. Τα κύτταρα αυτά αντικαθίστανται κάθε 3 με 5 ημέρες. Κρατώντας τον σίδηρο προσωρινά, αυτά τα κύτταρα ελέγχουν την απορρόφηση του σιδήρου.

Ο αιμικός (μαζί με πρωτεΐνες) σίδηρος που βρίσκεται στα ζωικά προϊόντα απορροφάται πολύ ευκολότερα από τον μη αιμικό που τον συναντάμε στα φυτικά αλλά και στα ζωικά προϊόντα. Περίπου το 25% του αιμικού και 17% του μη αιμικού (ελεύθερος) σιδήρου απορροφάται, ανάλογα βέβαια με τις τρέχουσες ανάγκες του οργανισμού.

Παράγοντες που αυξάνουν την απορρόφηση του σιδήρου

Το κρέας, το ψάρι και τα πουλερικά περιέχουν όχι μόνο εύκολά απορροφήσιμο αιμικό σίδηρο, αλλά περιέχουν ένα πεπτίδιο (MFP factor) το οποίο αυξάνει την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου, που βρίσκεται σε τροφές που καταναλώνονται στο ίδιο γεύμα. Η βιταμίνη C αυξάνει την απορρόφηση του σιδήρου, όταν καταναλώνεται στο ίδιο γεύμα με τροφές που τον περιέχουν, δεσμεύοντας τον και διατηρώντας τον στην απορροφήσιμη μορφή του (fe+2). Ορισμένα οξέα και σάκχαρα, αυξάνουν επίσης την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου.

Παράγοντες που μειώνουν την απορρόφηση του σιδήρου

Ορισμένοι διατροφικοί παράγοντες ενώνονται με τον μη αιμικό σίδηρο και μειώνοντας την απορρόφηση του. Φυτικά οξέα που υπάρχουν στα όσπρια, στα δημητριακά και στο ρύζι, φυτικές πρωτεΐνες στη σόγια και άλλα όσπρια, στους ξηρούς καρπούς, το ασβέστιο στο γάλα και οι πολυφαινόλες στο τσάι, στον καφέ, στη ρίγανη και στο κόκκινο κρασί, συγκαταλέγονται σ’ αυτούς του παράγοντες που μειώνουν την απορρόφηση του σιδήρου.

Η συνδυαστική τους δράση

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες και η συνδυασμένη δράση τους, κάνουν δύσκολο τον υπολογισμό της απορρόφησης σιδήρου. Οι περισσότεροι παράγοντες ασκούν μια σημαντική επιρροή στην απορρόφηση του σιδήρου, όταν λειτουργούν μεμονωμένα, η οποία φαίνεται όμως να ελαττώνεται πολύ όταν συνδυάζονται με άλλους.

Η εξατομίκευση της απορρόφησης

Η απορρόφηση του σιδήρου εξαρτάται όχι μόνο από την μορφή της διατροφής, αλλά και από παράγοντες όπως είναι η υγεία του ατόμου, η ηλικία, οι ειδικές καταστάσεις και φυσικά οι αποθήκες σιδήρου. Η απορρόφηση μπορεί να πέσει στο 2% του συνολικού προσλαμβανόμενου σιδήρου, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πάθηση του πεπτικού σωλήνα και να φθάσει το 35% στην φάση ταχείας ανάπτυξης ενός υγιούς παιδιού. Σε περίπτωση έλλειψης και σε περίπτωση που οι ανάγκες αυξηθούν για κάποιο λόγο (πχ κύηση), ο οργανισμός προσαρμόζεται και αυξάνει την απορρόφηση. Ο οργανισμός φτιάχνει περισσότερη φεριτίνη για να απορροφήσει σίδηρο στο λεπτό έντερο και περισσότερη τρανσφερίνη για να μεταφέρει το σίδηρο στους διαφόρους ιστούς στο σώμα.

Έλλειψη σιδήρου

Αποτελεί παγκοσμίως την πιο συχνή διατροφική έλλειψη. Η αναιμία αφορά περισσότερο από 1.6 δισεκατομμύρια άτομα στον κόσμο και μισά περίπου περιστατικά εμφανίζονται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και σε εγκυμονούσες γυναίκες. Στις δυτικές κοινωνίες είναι λιγότερο συχνή αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει περίπου το 10% παιδιών, εφήβων κοριτσιών και γυναικών στην αναπαραγωγική ηλικία.

Η αναιμία είναι επίσης πιο συχνή σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους, σε σχέση με τα αντίστοιχα άτομα φυσιολογικού βάρους. Δεν είναι ξεκάθαρη η συσχέτιση μεταξύ της παχυσαρκίας και της αναιμίας, η έρευνα όμως εστιάζεται στην σχέση μεταξύ της φλεγμονής που αναπτύσσεται στην παχυσαρκία και την μειωμένη απορρόφηση σιδήρου.

Αυξημένος κίνδυνος για έλλειψη σιδήρου

Υπάρχουν διαστήματα στη ζωή του ανθρώπου, όπου είναι πολύ αυξημένες οι απαιτήσεις σε σίδηρο και συχνά η πρόσληψη ανεπαρκής, κάνοντας πολύ πιθανή την έλλειψη σιδήρου. Οι γυναίκες κατά τα αναπαραγωγικά χρόνια, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην έλλειψη σιδήρου, λόγω της απώλειας αίματος μέσω της εμμήνου ρύσεως. Η εγκυμοσύνη επίσης δημιουργεί επιπρόσθετες ανάγκες σε σίδηρο, εξαιτίας της αύξησης του όγκου του αίματος, της ανάπτυξης του εμβρύου και της απώλειας αίματος κατά τον τοκετό. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, βρίσκονται σε φάση ταχείας ανάπτυξης και φυσικά έχουν υψηλές απαιτήσεις σε σίδηρο. Στις δυτικές κοινωνίες ο σύγχρονος τρόπος διατροφής, οδηγεί εύκολα σε αναιμία τους εφήβους. Η επάρκεια της διατροφής σε σίδηρο, είναι ιδιαίτερα σημαντική, σ’ αυτά τα στάδια της ζωής.

Άλλοι τρόποι απώλειας αίματος

Για όποιο λόγο κι αν υπάρχει αιμορραγία, οι απώλειες σιδήρου επιβαρύνονται. Σε περιπτώσεις όπως είναι ένα ενεργό έλκος, η αιμορραγία μπορεί να μην είναι εμφανής, αλλά ακόμη και μία πολύ μικρή χρόνια απώλεια αίματος, μπορεί να εξαντλήσει τις αποθήκες σιδήρου. Όσοι είναι αιμοδότες, θα πρέπει να προσέχουν τη διατροφή τους και είναι πιθανό να χρειαστούν περιστασιακά συμπληρώματα σιδήρου, ώστε να διατηρήσουν επαρκείς αποθήκες.

Πως γίνεται η εκτίμηση της έλλειψη σιδήρου

Η έλλειψη σιδήρου εξελίσσεται σταδιακά.

1. Στο πρώτο στάδιο εξαντλούνται οι αποθήκες σιδήρου. Η μέτρηση της φεριτίνης του ορού (στο αίμα) αποτελεί την πιο αξιόπιστη εικόνα των αποθεμάτων σιδήρου. Όσο η τιμή μειώνεται τόσο οι αποθήκες αδειάζουν.

2. Το δεύτερο στάδιο, χαρακτηρίζεται από μειωμένη μεταφορά σιδήρου. Όσο αυξάνει η έλλειψη σιδήρου, τόσο τα επίπεδα σιδήρου στο αίμα πέφτουν και τα επίπεδα της τρανσφερίνης αυξάνουν (πρωτεΐνη μεταφοράς του σιδήρου).

3. Το τρίτο στάδιο της έλλειψης σιδήρου προκύπτει όταν η έλλειψη σιδήρου, αρχίζει να περιορίζει την παραγωγή αιμογλοβίνης. Έτσι οι τιμές τις αιμογλοβίνης και του αιματοκρίτη αρχίζουν να υποχωρούν. Η μέτρηση αυτών των τιμών είναι γρήγορη, εύκολη και οικονομική και αποτελούν έναν συνηθισμένο τρόπο εκτίμησης της επάρκειας σιδήρου.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως και άλλες διατροφικές ελλείψεις και παθολογικές καταστάσεις, μπορούν να επηρεάσουν τις παραπάνω τιμές.

Έλλειψη σιδήρου και Αναιμία

Θα πρέπει να σημειωθεί πως η έλλειψη σιδήρου και αναιμία ΔΕΝ είναι το ίδιο. Πολλοί άνθρωποι μπορεί να παρουσιάζουν έλλειψη σιδήρου, χωρίς όμως να είναι αναιμικοί. Ο όρος «έλλειψη» αναφέρεται σε εξαντλημένες αποθήκες σιδήρου, χωρίς να αναφέρεται στο βαθμό της εξάντλησης ή στην παρουσία της αναιμίας. Ο όρος «σιδηροπενική αναιμία» αναφέρεται σε πολύ μεγάλη εξάντληση των αποθηκών σιδήρου, με αποτέλεσμα τα χαμηλά επίπεδα αιμογλοβίνης. Στην σιδηροπενική αναιμία, η σύνθεση της αιμογλοβίνης μειώνεται και τα ερυθρά αιμοσφαίρια γίνονται χλωμά και μικρά, αδυνατώντας να μεταφέρουν αρκετό οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς. Χωρίς επάρκεια σιδήρου ο μεταβολισμός των κυττάρων αποτυγχάνει. Το αποτέλεσμα είναι η κόπωση, αδυναμία, πονοκέφαλος, απάθεια, ωχρότητα και δύσκολη προσαρμογή σε χαμηλές θερμοκρασίες. Επειδή η αιμογλοβίνη δίνει το έντονο κόκκινο χρώμα στο αίμα, η έλλειψη της σε ένα ανοιχτόχρωμο ξανθό άτομο, δίνει μία πολύ χαρακτηριστική χλωμή όψη, ενώ σε ένα σκουρόχρωμο άτομο μπορεί να διαπιστωθεί από μία αρκετά ανοιχτόχρωμη γλώσσα και γραμμή γύρω από τα μάτια.

Πως μπορεί η έλλειψη σιδήρου να επηρεάσει την συμπεριφορά

Πολύ πριν επηρεαστούν τα ερυθρά αιμοσφαίρια και διαγνωστεί η αναιμία, η εξελισσόμενη έλλειψη σιδήρου επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ακόμη και μία μικρή πτώση των επιπέδων σιδήρου μπορεί να μειώσει τον ενεργειακό μεταβολισμό, την παραγωγή νευροδιαβιβαστών, την ικανότητα για φυσική δραστηριότητα και την πνευματική παραγωγικότητα. Χωρίς φυσική ενέργεια και νοητική εγρήγορση για εργασία, σκέψη, παιχνίδι, μάθηση κλπ, όλες οι δραστηριότητες απλά υστερούν. Τα άτομα αυτά δεν παρουσιάζουν εμφανή συμπτώματα έλλειψης σιδήρου, απλώς εμφανίζονται απαθή, χωρίς κίνητρο και με μέτρια φυσική κατάσταση.

Τελικά μία τέτοια συμπεριφορά ή οποία οφείλεται στην έλλειψη σιδήρου, συχνά διαγιγνώσκεται ως προβληματική συμπεριφορά για ψυχολογικούς λόγους. Βέβαια κανένας σοβαρός επιστήμονας, δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλα ή τα περισσότερα προβλήματα συμπεριφορά οφείλονται σε διατροφικές ελλείψεις. Παρόλα αυτά όταν διερευνάται ένα πρόβλημα συμπεριφοράς, είναι καλό πριν προχωρήσει κανείς σε επώδυνες, δύσκολες και ακριβές εξετάσεις ή απλά σε λανθασμένα συμπεράσματα, να γίνεται ένας απλός έλεγχος ρουτίνας για διατροφικές ελλείψεις.

Έλλειψη σιδήρου και πίκα (αλλοτριοφαγία)

Πρόκειται για μία περίεργη συμπεριφορά που εμφανίζεται σε ορισμένα άτομα με σιδηροπενική αναιμία και κυρίως σε γυναίκες και παιδιά χαμηλού οικονομικού προφίλ. Εμφανίζεται ως λαχτάρα για κατανάλωση πάγου, κιμωλίας και άλλο ουσιών που δεν είναι τρόφιμα. Αυτές οι ουσίες δεν περιέχουν σίδηρο και φυσικά δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη σιδήρου, που οδηγεί στην συγκεκριμένη διατροφική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα τέτοιου είδους ουσίες, παρεμποδίζουν την απορρόφηση σιδήρου και επιδεινώνουν την έλλειψη σιδήρου. Η αλλοτριοφαγία δεν έχει γίνει απολύτως κατανοητή. Η αιτιολογία είναι άγνωστη, αλλά οι ερευνητές πιστεύουν πως μπορεί να ενεργοποιείται με την πείνα, τις διατροφικές ελλείψεις ή ακόμη από την προσπάθεια για προστασία από τοξίνες και μικρόβια. Η αλλοτριοφαγία οδηγεί στην αναιμία και αντίστροφα.

Βοηθά ή βιταμίνη C στην απορρόφηση σιδήρου από συμπληρώματα;

Δεν υπάρχει κανένα όφελος όταν καταναλώνουμε χυμό πορτοκάλι μαζί με τα σκευάσματα σιδηρού, διότι η βιταμίνη C δεν αυξάνει την απορρόφηση του σιδήρου από τα σκευάσματα, όπως την αυξάνει από τις τροφές. Η βιταμίνη C αυξάνει την απορρόφηση του σιδήρου, μετατρέποντας τον αδιάλυτο σίδηρο (ferric) της τροφής στο πιο διαλυτό ferrous σίδηρο. Ο σίδηρος των σκευασμάτων βρίσκεται ήδη στην διαλυτή και απορροφήσιμη μορφή ferrous. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί μία συχνή παρενέργεια της κατανάλωσης συμπληρωμάτων σιδήρου. Πίνοντας άφθονο νερό, είναι πιθανό να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Η δόση του σιδήρου, η μορφή του σκευάσματος και η συχνότητα λήψης, θα πρέπει πάντοτε να εξατομικεύονται. Είναι πολύ σημαντικό τα σκευάσματα σιδήρου να καταναλώνονται ΜΟΝΟ μετά από ιατρική γνωμάτευση.

Τοξικότητα σιδήρου

Γενικά ακόμη κι αν η διατροφή μας περιέχει πολλές τροφές εμπλουτισμένες με σίδηρο, είναι πολύ δύσκολο να προκύψει κίνδυνος τοξικότητας σιδήρου. Επειδή όμως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.

Η υπερφόρτωση σιδήρου προκύπτει συνήθως με από συμπληρώματα σιδήρου ή από σπάνιες μεταβολικές διαταραχές. Χαρακτηρίζεται από:

1. Καταστροφή των ιστών, από εναπόθεση σιδήρου σε όργανα όπως είναι το συκώτι,

2. Αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων από ιούς και βακτήρια που ευδοκιμούν με την υπεραφθονία σιδήρου,

3. Αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη, καρκίνο του ήπατος, καρδιαγγειακών και αρθρίτιδας.

Μεγάλες δόσεις σιδήρου από συμπληρώματα διατροφής, μπορεί να προκαλέσουν γαστρεντερικές διαταραχές, όπως δυσκοιλιότητα, ναυτία, εμετός και διάρροια.

Η κατανάλωση συμπληρωμάτων σιδήρου, αποτελεί μία από τις πρώτες αιτίες δηλητηριάσεων σε μικρά παιδιά, προκαλώντας συμπτώματα τοξικότητας όπως η ναυτία, εμετός, διάρροια, ταχυκαρδίες, ζαλάδα, σοκ και σύγχυση. Αρκούν μερικές ταμπλέτες σιδήρου για να τεθεί σε κίνδυνο ακόμη και η Ζώη των μικρών παιδιών. Κρατήστε μακριά από τα παιδιά τα σκευάσματα σιδήρου. Εάν υποψιαστείτε δηλητηρίαση από σίδηρο καλέστε το πλησιέστερο κέντρο δηλητηριάσεων.