Η μέτρηση του σωματικού μας βάρους είναι εύκολο να γίνει, δεν κοστίζει και φυσικά έχει μεγάλη ακρίβεια. Αποτυγχάνει όμως να αποκαλύψει 2 πολύ βασικές πληροφορίες: ποιο είναι το ποσοστό του λίπους και που ακριβώς βρίσκεται. Η ιδανική ποσότητα λίπους εξαρτάται μερικώς από το άτομο που εξετάζουμε. Ένας άνδρας φυσιολογικού βάρους έχει ποσοστό λίπους από 13 έως 21 % και μία γυναίκα λόγω της διαφορετικής κατασκευής από 20 έως 31 %. Γενικώς τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την παχυσαρκία ξεκινούν όταν το ποσοστό του λίπους ξεπεράσει το 22% σε νεαρούς άνδρες, το 25% σε άνδρες άνω των 40, το 32% σε νεαρές γυναίκες και το 35% σε γυναίκες άνω των 40.

Κάποιοι βέβαια πρέπει να έχουν ακόμη χαμηλότερα ποσοστά

Για πολλούς αθλητές, ένα χαμηλότερο ποσοστό λίπους μπορεί να είναι ιδανικό και χρήσιμο για υψηλές επιδώσεις. Θα πρέπει να είναι τόσο ώστε να επαρκεί για παροχή ενέργειας, για μόνωση και προστασία του σώματος, να βοηθά την λειτουργία του νευρικού συστήματος και να υποστηρίζει τις φυσιολογικές ορμονικές λειτουργίες, αλλά όχι περισσότερο ώστε να επιβαρύνει το σώμα του αθλητή. Έτσι για κάποιους αθλητές, το ιδανικό σωματικό λίπος είναι 5 με 10 % για τους άνδρες και 15 με 20 % για τις γυναίκες.

Κάποιοι άλλοι χρειάζονται περισσότερο λίπος

Ένας ψαράς στην Αλάσκα για παράδειγμα, χρειάζεται μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους ώστε να προστατευτεί από το κρύο και να μειώσει την μεγάλη απώλεια θερμότητας από το σώμα λόγο του ψύχους. Μια γυναίκα στο ξεκίνημα μια εγκυμοσύνης χρειάζεται επαρκές σωματικό λίπος (όχι υπερβολικό), για υποστηρίξει την σύλληψη και την σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Σε πολύ χαμηλά επίπεδα λίπους (<12%) προκύπτουν ορμονικές διαταραχές, οι γυναίκες γίνονται λιγότερο γόνιμες, πολλές φορές εμφανίζεται κατάθλιψη, βιώνουν διαταραχές στην πείνα και την όρεξη και δυσκολεύονται να κρατήσουν το σώμα τους ζεστό. Τα όρια ανοχής διαφέρουν από άτομο σε άτομο και σίγουρα υπάρχουν πολλά ακόμη να μάθουμε στο μέλλον.

Ο ρόλος της κατανομής του λίπους

Η κατανομή του λίπος στο σώμα μπορεί να είναι πιο σημαντική και επικίνδυνη από το σύνολο του λίπους. Το σπλαχνικό λίπος το οποίο αποθηκεύεται γύρω από τα όργανα της κοιλιακής χώρας, αναφέρεται συχνά ως «κεντρικού τύπου» παχυσαρκία. Ανεξάρτητα λοιπόν από τον ΔΜΣ (ΒΜΙ) ή το συνολικό σωματικό λίπος, η κεντρικού τύπου παχυσαρκία φαίνεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, για εγκεφαλικά, για αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και διαβήτη, για υπέρταση, για πέτρα στη χολή και για ορισμένες μορφές καρκίνου.

Το σπλαχνικό λίπος είναι πιο συχνό στους άνδρες και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Ακόμη και όταν το συνολικό επιπλέον λίπος είναι παρόμοιο, οι άνδρες έχουν περισσότερο σπλαχνικό λίπος από τις γυναίκες. Ανεξάρτητα όμως από το φύλλο, ο κίνδυνος για καρδιαγγειακά, διαβήτη και θνησιμότητα είναι πιο αυξημένος σε όσους έχουν αυξημένο σπλαχνικό λίπος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι καπνιστές τείνουν να έχουν περισσότερο σπλαχνικό λίπος από τους μη καπνιστές, ακόμη κι αν έχουν χαμηλότερο ΔΜΣ (ΒΜΙ).

Το υποδόριο λίπος γύρω από του γοφούς και τους μηρούς, είναι πιο συχνό σε γυναίκες κατά τα αναπαραγωγικά τους χρόνια και μοιάζει σχετικά ακίνδυνο. Είναι σαφές λοιπόν ότι τα άτομα με κεντρικού τύπου παχυσαρκία (σπλαχνικό λίπος) κινδυνεύουν πολύ περισσότερο από τα υπόλοιπα παχύσαρκα άτομα.

Η περίμετρος της μέσης

Αποτελεί έναν καλό δείκτη κατανομής του λίπους. Γενικά, γυναίκες με περίμετρο μέσης μεγαλύτερη των 88 εκατοστών και άνδρες με περίμετρο μέσης μεγαλύτερη των 102 εκατοστών, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την κεντρικού τύπου παχυσαρκία, όπως είναι ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Όσο αυξάνει η περίμετρος της μέσης τόσο αυξάνει ο κίνδυνος για ασθένειες.

Η περίμετρος της μέσης είναι μία πολύ καλή ένδειξη της κεντρικού τύπου παχυσαρκία. Ορισμένοι ερευνητές χρησιμοποιούν την αναλογία περιμέτρου μέσης/ περιμέτρου γοφών. Η αναλογία αυτή δεν προσφέρει επιπλέον πληροφορίες. Επομένως η περίμετρος της μέση από μόνη της είναι η προτιμότερη μέθοδος, για την εκτίμηση του κοιλιακού λίπους στην κλινική πράξη.

Άλλοι μέθοδοι μέτρηση και εκτίμησης του σωματικού λίπους

Οι επαγγελματίες υγείας (πχ Διαιτολόγοι) συνήθως χρησιμοποιούν μετρήσεις όπως είναι ο ΔΜΣ και η περίμετρος μέσης, διότι είναι πολύ εύκολες στην εφαρμογή τους, αξιόπιστες και οικονομικές. Είναι πολύ εύκολο να γίνει καταγραφή των μετρήσεων σε βάθος χρόνου και να εκτιμηθεί ο κίνδυνος για τις σχετιζόμενες ασθένειες. Παρόλα αυτά χρειάζονται και οι πιο ακριβείς σύγχρονες μετρήσεις της σύνθεσης του σώματος και της κατανομής του λίπους. Για να γίνουν σωστά και αξιόπιστα αυτές οι μετρήσεις χρειάζεται σωστή εκπαίδευση και εξάσκηση. Η πιο διαδεδομένες στα διαιτολογικά γραφεία μετρήσεις, είναι η μέτρηση της δερματικής πτυχής (skinfold measures) και η μέτρηση της ηλεκτροαγωγιμότητας (Bio impedance). Η κάθε βέβαια μέθοδος έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της.

Τα προβλήματα υγείας που συνδέονται με το σωματικό λίπος και βάρος

Είναι λοιπόν σαφές πως το σωματικό βάρος και η κατανομή του λίπους σχετίζεται με προβλήματα υγείας και επηρεάζει το προσδόκιμο επιβίωσης. Όσο αυξάνει η πιθανότητα για χρόνιες παθήσεις, τόσο μειώνεται το προσδόκιμο επιβίωσης. Φυσικά δεν πρόκειται να αρρωστήσουν και πεθάνουν όλοι όσοι είναι παχύσαρκοι ή πολύ χαμηλού σωματικού βάρους, πριν την ώρα τους. Ούτε φυσικά πρόκειται όλοι όσοι έχουν φυσιολογικό σωματικό βάρος να ζήσουν μία μακρόχρονη και υγιή ζωή. Η συσχέτιση μία κατάστασης με αυξημένο κίνδυνο για την υγεία δεν αποτελεί αιτία. Το μεγαλύτερο μέρος των ατόμων με ΔΜΣ μεταξύ 18.5 και 24.9, διατρέχει χαμηλό κίνδυνο για νοσήματα που σχετίζονται με το σωματικό βάρος. Ο κίνδυνος αυξάνει όταν ο ΔΜΣ βρίσκεται πάνω ή κάτω από αυτά τα όρια, αποδεικνύοντας ότι το πολύ υψηλό και το πολύ χαμηλό σωματικό βάρος εξασθενεί την υγεία. Οι επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με φυσιολογικό βάρος και τα ελαφρώς υπέρβαρα άτομα, διατρέχουν τον χαμηλότερο κίνδυνο. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, ανεξάρτητοι από το σωματικό βάρος που επηρεάζουν την υγεία, όπως είναι το κάπνισμα και η φυσική κατάσταση του ατόμου. Για παράδειγμα ένας άνδρας με ΔΜΣ 22 (φυσιολογικό), ο οποίος καπνίζει 2 πακέτα τσιγάρα την ημέρα, θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του, ενώ μία γυναίκα με ΔΜΣ 32 (παχυσαρκία) η οποία περπατά 1 ώρα την ημέρα μπορεί να έχει καλή υγεία.

Πολύ χαμηλό βάρος – κίνδυνοι υγείας

Ορισμένοι ελλιποβαρείς άνθρωποι ακολουθούν μία σωστή διατροφή και άσκηση, έχοντας καλή υγεία, ενώ άλλα ελλιποβαρή άτομα αντιμετωπίζουν προβλήματα υποσιτισμού, καπνίζουν, κάνουν χρήση ουσιών ή αντιμετωπίζουν ασθένειες. Η μέτρηση του σωματικού βάρους και λίπους δεν αρκούν από μόνες τους για την εκτίμηση της υγεία των ατόμων. Χρειάζεται σωστή λήψη διαιτολογικού και ιατρικού ιστορικού, φυσικής εξέτασης και βιοχημικές εξετάσεις αίματος.

Ένα άτομο χαμηλού σωματικού βάρους, ιδιαίτερα ένα ηλικιωμένο άτομο, μπορεί να αδυνατεί να διατηρήσει την άπαχη μάζα του όταν αντιμετωπίζει ασθένειες που οδηγούν σε απώλεια μυϊκής μάζας, όπως είναι διαταραχές του πεπτικού σωλήνα και ο καρκίνος. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν συνοδεύεται από υποσιτισμό. Οι γυναίκες πολύ χαμηλού σωματικού βάρους εμφανίζουν διαταραχές στον κύκλο τους και υπογονιμότητα. Αυτές που θα καταφέρουν να συλλάβουν μπορεί να γεννήσουν παιδιά με προβλήματα υγείας. Μία ελλιποβαρής γυναίκα μπορεί να βελτιώσει τις προβλέψεις εάν πάρει βάρος πριν την σύλληψη και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το χαμηλό βάρος συνδέεται επίσης με οστεοπόρωση και οστεοπορωτικά κατάγματα. Για όλους αυτούς του λόγους, τα ελλιποβαρή άτομα θα πρέπει να πάρουν βάρος, τρώγοντας σωστά και γεμίζοντας τις διατροφικές τους αποθήκες.

Παχυσαρκία – κίνδυνοι υγείας

Είναι τόσα πολλά τα προβλήματα υγείας που προκύπτουν λόγω παχυσαρκίας, ώστε πλέον η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται ως νόσος. Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο για προβλήματα υγείας όπως είναι ο διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, υπέρταση, άπνοια του ύπνο, οστεοαρθρίτιδα, παθήσεις της χοληδόχου κύστης, παθήσεις των νεφρών, αναπνευστικά προβλήματα, υπογονιμότητα, επιπλοκές στην διάρκεια της εγκυμοσύνης και ορισμένες μορφές καρκίνου. Τα παχύσαρκα άτομα είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούν σε προβλήματα αναπηρίας, στα γεράματα τους.

Μετά το κάπνισμα, η παχυσαρκία είναι η βασική αιτία για πρόωρο θάνατο. Όσο το βάρος αυξάνει, τόσο αυξάνει η θνησιμότητα. Τα άτομα με ΔΜΣ>35 έχουν διπλάσιες πιθανότητες θνησιμότητας από καρδιαγγειακά, από τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Η κεντρικού τύπου παχυσαρκία και η απότομη αύξηση βάρους (10 κιλά και πάνω) στους ενήλικες φαίνεται πως αυξάνουν ισότιμα τον κίνδυνο για τα προαναφερθέντα νοσήματα. Η συνεχής διακύμανση του βάρους (φαινόμενο γιο-γιο), μπορεί να αυξήσει επίσης τον κίνδυνο για χρόνια νοσήματα. Σε αντίθεση όμως με όλα αυτά, η διατήρηση της απώλειας βάρους, βελτιώνει σημαντικά την φυσική κατάσταση του ατόμου, μειώνει τον κίνδυνο για ασθένειες και αυξάνει το προσδόκιμο επιβίωσης.

Καρδιαγγειακά νοσήματα

Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας και καρδιαγγειακών νοσημάτων και σύνδεση με υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και αρτηριακής πίεσης. Η κεντρικού τύπου παχυσαρκία, όπως έχουμε προαναφέρει, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για καρδιακό και εγκεφαλικό επεισόδιο, τόσο όσο και οι τρεις γνωστοί παράγοντες μαζί, η αυξημένη χοληστερίνη, η υπέρταση και το κάπνισμα. Από την άλλη πλευρά η απώλεια βάρους σε ένα υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο, μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά την χοληστερόλη, την αρτηριακή πίεση. Φυσικά είναι πιθανό ένα αδύνατο ή φυσιολογικού βάρους άτομο, να παρουσιάσει αυξημένη χοληστερόλη και υπέρταση. Οι παράγοντες αυτοί είναι το ίδιο επικίνδυνοι τόσο σε αδύνατα όσο και σε παχύσαρκα άτομα.

Διαβήτης

Οι περισσότεροι ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Η πιθανότητα εμφάνισης είναι 3 φορές μεγαλύτερη στα παχύσαρκα άτομα. Επιπρόσθετα τα άτομα με διαβήτη τύπου 2, έχουν συχνά κεντρικού τύπου παχυσαρκία. Τα λιποκύτταρα του σπλαχνικού λίπους φαίνεται να είναι μεγαλύτερα και πιο ανθεκτικά στην ινσουλίνη από τα υποδόρια λιποκύτταρα. Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας και αντίστασης στην ινσουλίνη και οι δύο βασικοί παράγοντες κινδύνου για διαβήτη.

Η αύξηση βάρους, ανεξάρτητα από το συνολικό βάρος, αυξάνει επίσης τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η απώλεια βάρους βελτιώνει την ανοχή στην γλυκόζη και την αντίσταση στην ινσουλίνη, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2.

Φλεγμονές και μεταβολικό σύνδρομο

Οι χρόνιες φλεγμονές συνοδεύουν συνήθως την παχυσαρκία και συνεισφέρουν στην ανάπτυξη χρόνιων παθήσεων. Όσο παχαίνει κανείς τα λιπίδια γεμίζουν αρχικά τον λιπώδη ιστό και στη συνέχεια μεταναστεύουν σε άλλους ιστούς, όπως είναι ο μυϊκός ιστός και το συκώτι. Η συσσώρευση αυτή, αλλάζει τον μεταβολισμό, οδηγώντας σταδιακά σε μεταβολικό σύνδρομο (αντίσταση στην ινσουλίνη, υπερλιπιδαιμία, υπέρταση). Η συσσώρευση αυτή, ιδιαίτερα στην κοιλιακή χώρα ενεργοποιεί γονίδια, τα οποία με τη σειρά τους κωδικοποιούν πρωτεΐνες που εμπλέκονται στις φλεγμονές. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν γιατί οι χρόνιες φλεγμονές συνοδεύουν την παχυσαρκία και γιατί η παχυσαρκία οδηγεί σε μεταβολικό σύνδρομο και χρόνιες παθήσεις.

Καρκίνος

Η σχέση της παχυσαρκίας με την εμφάνιση καρκίνου δεν είναι πολύ ξεκάθαρη. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που υπάρχει ξεκάθαρη επίδραση της παχυσαρκίας. Για παράδειγμα, ο λιπώδης ιστός αποτελεί πεδίο παραγωγής οιστρογόνων. Έτσι οι παχύσαρκες γυναίκες έχουν αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων, κάτι που συνδέεται με την ανάπτυξη καρκίνων του αναπαραγωγικού συστήματος, οι οποίοι αποτελούν το ½ περίπου του συνόλου των καρκίνων στις γυναίκες.

Καλύτερα παχυσαρκία και άσκηση, παρά φυσιολογικό βάρος και καθιστική ζωή!

Η συστηματική άσκηση βοηθά σημαντικά στην διατήρηση καλής υγείας και μακροζωϊας, ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος. Τα γυμνασμένα άτομα φυσιολογικού βάρους έχουν μικρότερη θνησιμότητα, σε σχέση με αγύμναστα άτομα επίσης φυσιολογικού βάρους. Υπέρβαρα γυμνασμένα άτομα, έχουν επίσης μικρότερη θνησιμότητα, σε σχέση με αγύμναστα άτομα φυσιολογικού βάρους. Τα άτομα που γυμνάζονται έχουν περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν το βάρος του, στο πέρασμα του χρόνου. Είναι ξεκάθαρο πως το φυσιολογικό σωματικό βάρος είναι καλό αλλά όχι αρκετό από μόνο του, για καλή υγεία. Η άσκηση παρέχει σπουδαία οφέλη στην συνολική υγεία.