metabolic syndromeΤο αυξημένο σωματικό βάρος προκαλεί μια σειρά από μεταβολικές αλλαγές, οδηγώντας σε αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και τελικά σε υπεργλυκαιμία και άλλες ανωμαλίες. Τα υπέρβαρα άτομα έχουν 6 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν μεταβολικό σύνδρομο, σε σχέση με τα άτομα χαμηλού ή φυσιολογικού σωματικού βάρους.

Παχυσαρκία και αντίσταση στην ινσουλίνη

Υπάρχουν πολλές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την σχέση μεταξύ παχυσαρκίας και αντίστασης στην ινσουλίνη. Πολλές έρευνες υποστηρίζουν πως η παχυσαρκία οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση λιπαρών οξέων στο αίμα, λόγω της αυξημένης εναπόθεσης τριγλυκεριδίων στον μυϊκό ιστό, στο ήπαρ και στην κοιλιακή χώρα. Η αφύσικα υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αυτών των ιστών μπορεί να διαταράξει τις κυτταρικές λειτουργίες και αντιδράσεις στην ινσουλίνη, αυξάνοντας τελικά την αντίσταση στην ινσουλίνη. Ακόμη κι αν το πάγκρεας προσπαθεί να ανταποδώσει εκκρίνοντας περισσότερη ινσουλίνη, η απορρόφηση της γλυκόζης από το αίμα μειώνεται, συνεισφέροντας στην υπεργλυκαιμία.

Η παχυσαρκία μπορεί επίσης να επηρεάσει την παραγωγή ορμονών και πρωτεϊνών που διαμορφώνονται στα λιπώδη κύτταρα, επηρεάζοντας τελικά μεταβολικές διαδικασίες στον οργανισμό. Για παράδειγμα, η παχυσαρκία συνδέεται με την μειωμένη έκκριση της αντιπονεκτίνης, ορμόνη που εμπλέκεται με την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Αντιστρόφως, η ορμόνη ρεζιστίνη, η οποία προάγει την αντίσταση στην ινσουλίνη, εκκρίνεται σε μεγαλύτερα ποσά. Η μεγάλη συσσώρευση λιπιδίων στα λιπώδη κύτταρα, επιφέρει μία χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση, η οποία ελκύει τα μακροφάγα κύτταρα στον λιπώδη ιστό. Τα λιπώδη κύτταρα σε συνεργασία με τα μακροφάγα εκκρίνουν μία ποικιλία από κυτοκίνες που εμπλέκονται με την αντίδραση στην ινσουλίνη.

Παχυσαρκία κα υπέρταση

Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο για υπέρταση, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μεταβολικού συνδρόμου. Η αντίσταση στην ινσουλίνη και η υπερινσουλιναιμία, εμπλέκονται στην αύξηση της αρτηριακή πίεσης. Η αντίσταση στην ινσουλίνη επηρεάζει επίσης την συνολική φυσιολογική συμπεριφορά του κυττάρου. Η αυξημένη ινσουλίνη ευνοεί την απορρόφηση του νατρίου στους νεφρούς, οδηγώντας σε κατακράτηση υγρών και σε αυξημένο όγκο του αίματος. Όλες αυτές οι επιδράσεις συνεισφέρουν τελικά στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Παχυσαρκία και υπερτριγλυκεριδαιμία

Η κοιλιακή παχυσαρκία συχνά συνδέεται με διαταραχές των λιπιδίων του αίματος. Η αύξηση του σωματικού βάρους συνδέεται με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, LDL χοληστερόλης και χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερόλης. Η παχυσαρκία μειώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη των λιπαρών κυττάρων και απελευθερώνει περισσότερα λιπαρά οξέα στο αίμα. Στην προσπάθεια του το ήπαρ να ανταποκριθεί στην αυξημένη εισροή λιπαρών οξέων, αυξάνει την παραγωγή VLDL μορίων και τελικά αυξάνουν τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο αίμα.

Μεταβολικό σύνδρομο και καρδιαγγειακά νοσήματα

Τα άτομα που αναπτύσσουν το μεταβολικό σύνδρομο, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα. Οι διαταραχές που χαρακτηρίζουν το μεταβολικό σύνδρομο – παχυσαρκία, διαταραχές των λιπιδίων και υπέρταση – αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Επιπρόσθετα, η αντίσταση στην ινσουλίνη και τα αυξημένα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών (LDL, VLDL), μπορούν να προκαλέσουν ζημιά στα αιμοφόρα αγγεία, προκαλώντας φλεγμονώδη αντίδραση και επιταχύνοντας την εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης.

Η φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία προκαλεί την έκκριση μιας πρωτεΐνης από το ήπαρ, της φιμπρινογένης, η οποία οδηγεί με τη σειρά της στην δημιουργία θρόμβων στο αίμα (σε αυξημένο κίνδυνο για έμφραγμα και εγκεφαλικό). Η CRP (C-reactive protein), η τιμή της οποία αυξάνει όταν υπάρχει φλεγμονή και παχυσαρκία, ενεργοποιεί την παραγωγή νιτρικών οξειδίων, μειώνοντας έτσι την δραστηριότητα των αιμοφόρων αγγείων και προάγοντας την δημιουργία θρόμβων. Η συνδυασμένη λοιπόν δράση των προαναφερθέντων ανωμαλιών, επιδεινώνει την αθηροσκλήρωση και αυξάνει τον κίνδυνο για εμφράγματα και εγκεφαλικά επεισόδια. Τα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη, έναν ακόμη δηλαδή παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά προβλήματα.

Θεραπεία του μεταβολικού συνδρόμου

Το μεταβολικό σύνδρομο συνήθως αντιμετωπίζεται με διατροφικές παρεμβάσεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής. Οι αλλαγές αυτές διορθώνουν τις ανωμαλίες που έχουν προκύψει, οι οποίες οδηγούν σε καρδιαγγειακά νοσήματα. Στους περισσότερους ανθρώπους, η απώλεια βάρους σε συνδυασμό με την άσκηση μπορεί να βελτιώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη, την αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα.

Βέβαια οι διατροφικές παρεμβάσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται όχι μόνο με βάση τις γενικές οδηγίες της σωστής μεσογειακής διατροφής, αλλά και με βάση τα ιδιαίτερα συμπτώματα του κάθε ασθενή χωριστά.

Εάν δεν επαρκούν οι αλλαγές του τρόπου ζωής, τότε μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για να είναι αποτελεσματική οποιαδήποτε παρέμβαση, θα πρέπει ο ασθενής να ακολουθεί μία σωστή οδό για όλη του τη ζωή.

Κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ εύκολο και γι’ αυτό θα πρέπει γίνει συστηματική δουλειά και συνεργασία μεταξύ του διαιτολόγου και του ασθενή, με στόχο την ανάπτυξη ενός πραγματικά βιώσιμου πλάνου για έναν θεραπευτικό τρόπο ζωής.

Διαιτολογική παρέβαση

Η απώλεια βάρους κρίνεται συνήθως απαραίτητη. Ακόμη και μία μικρή απώλεια βάρους της τάξης των 5 με 10 κιλών, μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα. Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν δύσκολη την επίτευξη απώλειας βάρους και ακόμη πιο δύσκολη τη διατήρηση. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αλλάξουν τουλάχιστον τις διατροφικές τους συνήθειες, ώστε να βελτιώσουν την υγεία τους. Στα άτομα με αυξημένα τριγλυκερίδια, η γενική οδηγία είναι να μειώσουν την κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων και ραφιναρισμένων δημητριακών (αναψυκτικά με ζάχαρη, χυμούς με ζάχαρη, λευκό ψωμί, γλυκά δημητριακά και επιδόρπια) και να αυξήσουν την κατανάλωση προϊόντων ολική άλεσης και τροφών με πολλές φυτικές ίνες (ψωμί ολικής άλεσης, βρώμη, όσπρια, φρούτα και λαχανικά).

Σε κάποιες περιπτώσεις ανθρώπων, ο περιορισμός των υδατανθράκων μπορεί να τους βοηθήσει να μειώσουν σημαντικά τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Σε κάθε περίπτωση όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή και εξατομίκευση. Η προσθήκη ψαριών κάθε εβδομάδα, στο διαιτολόγιο, μπορεί επίσης να βελτιώσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Όσοι πάσχουν από υπέρταση θα πρέπει να μειώσουν την πρόσληψη νατρίου και να αυξήσουν την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, επιλέγοντας παράλληλα γαλακτοκομικά με λίγα λιπαρά. Ο περιορισμός των κορεσμένων και trans λιπαρών, καθώς επίσης των τροφών που περιέχουν χοληστερόλη (ζωικά προϊόντα), θα βοηθήσει στην μείωση των επιπέδων της LDL χοληστερόλης.

Η φυσική δραστηριότητα

Η συστηματική φυσική δραστηριότητα βοηθά στον έλεγχο του σωματικού βάρους και μπορεί να βελτιώσει την συγκέντρωση των λιπιδίων στο αίμα, την αρτηριακή πίεση και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Όλες αυτές οι αλλαγές μειώνουν τον κίνδυνο της ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η συστηματική άσκηση μπορεί επίσης να εμποδίσει ή να καθυστερήσει την εμφάνιση διαβήτη, σε άτομα με προδιάθεση. Ο συνδυασμός αερόβιας άσκηση και ασκήσεων δύναμης, είναι ότι καλύτερο. Τουλάχιστον 30 λεπτά καθημερινής αερόβιας άσκησης (γρήγορο περπάτημα, τζόκινγκ ή ποδήλατο) είναι απαραίτητα.

Θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως ο καθιστικός τρόπος ζωής μπορεί να επιδεινώσει την εξέλιξη του μεταβολικού συνδρόμου.