Ο διαβήτης είναι μία χρόνια και εξελισσόμενη πάθηση, η οποία χρειάζεται ισόβια θεραπεία. Η ρύθμιση της γλυκόζη είναι μία ευαίσθητη διαδικασία η οποία περιλαμβάνει ρύθμιση των γευμάτων, φαρμακευτική αγωγή και άσκηση.

Τα άτομα που διαγιγνώσκονται με διαβήτη τύπου 1 είναι πιο πιθανό να έχουν χαμηλό σωματικό βάρος, ενώ τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 είναι συνήθως υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Γενικά τα άτομα με διαβήτη τύπου 1, έχουν λιγότερες πιθανότητες από τον γενικό πληθυσμό για αυξημένο σωματικό βάρος. Παρόλα αυτά ορισμένες φορές το βάρος μπορεί να αυξηθεί ως παρενέργεια του βελτιωμένου γλυκαιμικού ελέγχου και της συστηματικής θεραπείας με ινσουλίνη. Η ακριβής όμως αιτία της αύξησης βάρους δεν είναι ξεκάθαρη και είναι πιθανό να συνδέεται με την ινσουλίνη, η οποία ενεργοποιεί την σύνθεση λίπους. Προσοχή! δεν θα πρέπει να θεωρηθεί η ινσουλίνη ως αιτία παχυσαρκίας. Επιπρόσθετα θα πρέπει να σημειωθεί πως η θεραπεία με ινσουλίνη βελτιώνει τα επίπεδα της γλυκόζης και εξαφανίζει την απώλεια γλυκόζης μέσω των ούρων, που συμβαίνει σε έναν αρρύθμιστο διαβήτη, συμβάλλοντας έτσι έμμεσα στην αύξηση της διαθέσιμης ενέργειας (θερμίδων) στον οργανισμό.

Καλό είναι οι ασθενείς να προσπαθούν να ελέγχουν το σωματικό τους βάρος. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να τους ανησυχεί η συστηματική θεραπεία με ινσουλίνη, η χρήση της οποίας ελέγχει αποτελεσματικά τα επίπεδα της γλυκόζης, μειώνοντας τις πιθανότητα για επιπλοκές και αυξάνοντας το προσδόκιμο επιβίωσης. Ιδιαίτερα για τα παιδιά, η επάρκεια της ενέργεια που προσλαμβάνουν, θα υποστηρίξει την φυσιολογική τους ανάπτυξη.

Το αυξημένο σωματικό βάρος μπορεί να επιδεινώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη και γι αυτό θα πρέπει τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα που πάσχουν από διαβήτη τύπου 2, να χάσουν βάρος. Ακόμη και μια μικρή απώλεια βάρους (5-10 κιλά) μπορεί να βοηθήσει στον γλυκαιμικό έλεγχο, στα επίπεδα των λιπιδίων και της αρτηριακής πίεσης. Η απώλεια βάρους είναι πιο χρήσιμη στην αρχή της εμφάνισης του διαβήτη, πριν δηλαδή μειωθεί σημαντικά η έκκριση ινσουλίνης από τον οργανισμό.

Βέβαια υπάρχουν πολλοί ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, που δεν είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Ηλικιωμένα άτομα που φιλοξενούνται σε γηροκομεία είναι συχνά ελλιποβαρή και ίσως πρέπει να πάρουν λίγο βάρος. Στις ηλικίες αυτές το χαμηλό σωματικό βάρος αυξάνει την νοσηρότητα και την θνησιμότητα.

Διατροφική θεραπεία

Η διατροφική παρέμβαση μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα της γλυκόζη στο αίμα και να επιβραδύνει την ανάπτυξη διαβητικών επιπλοκών. Σε κάθε βέβαια περίπτωση, η διατροφική προσέγγιση θα πρέπει να εξατομικεύεται, να λαμβάνονται δηλαδή υπόψη οι προσωπικές επιλογές και ο τρόπος ζωής του ατόμου. Επιπρόσθετα η διατροφική πρόσληψη θα πρέπει να ρυθμιστεί, ανάλογα με την περίπτωση, έτσι ώστε να στηρίζει θρεπτικά την ανάπτυξη, την αλλαγή στη φυσική δραστηριότητα, το γήρας και όποιες επιπλοκές έχουν προκύψει.

Η συνολική πρόσληψη των υδατανθράκων

Όσο περισσότεροι υδατάνθρακες καταναλώνονται, τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση στις τιμές τις γλυκόζης μετά το γεύμα. Οι συστάσεις για την πρόσληψη υδατανθράκων βασίζονται μερικώς στις μεταβολικές ανάγκες του κάθε ατόμου (ανάλογα με τον τύπο του διαβήτη, την ανοχή σε γλυκόζη και τα λιπίδια του αίματος) και τον τύπο της ινσουλίνης ή όποια άλλης φαρμακευτικής αγωγής. Δίαιτα πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες (<140γρ /ημέρα), δεν προτείνεται.

Πηγές υδατανθράκων

Η επίδραση στα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος, διαφέρει από τροφή σε τροφή. Για παράδειγμα μία μερίδα λευκό ρύζι αυξάνει την γλυκόζη του αίματος περισσότερο από μία παρόμοια ποσότητα από κριθάρι. Η γλυκαιμική επίδραση μιας τροφής εξαρτάται από το είδος των υδατανθράκων που περιέχει, από την ποσότητα των φυτικών ινών, από την μέθοδο της προετοιμασίας ενός φαγητού, από τις υπόλοιπες τροφές που συμπεριλαμβάνονται στο γεύμα και πάντα από την ανοχή του κάθε διαβητικού ατόμου.

Έτσι, πέρα από τον υπολογισμό της ποσότητας των υδατανθράκων που υπάρχουν σε κάθε γεύμα, ο συνυπολογισμός του γλυκαιμικού δείκτη, μπορεί να παρέχει επιπρόσθετα οφέλη στην ρύθμιση του διαβήτη. Επίσης υδατανθρακούχες τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και ελάχιστη επεξεργασία, έχουν πολύ χαμηλότερο γλυκαιμικό δείκτη σε σχέση με τροφές που έχουν υποστεί υψηλή επεξεργασία.

Να μην ξεχνάμε πως η συμμετοχή των υδατανθράκων θα πρέπει τόσο για τους διαβητικούς, όσο και για τους υπολοίπους, να αποτελεί το 50% περίπου της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης, απλώς θα πρέπει οι διαβητικοί να προσέχουν περισσότερο τις πηγές υδατανθράκων.

Φυτικές ίνες

Η προτεινόμενη πρόσληψη φυτικών ινών για τους διαβητικούς, είναι παρόμοια με του γενικού πληθυσμού. Έτσι θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι διαβητικοί να συμπεριλαμβάνουν στη διατροφή τους τροφές όπως είναι τα όσπρια, τα ολικής άλεσης δημητριακά, τα φρούτα και τα λαχανικά. Πολλές έρευνες έδειξαν ότι πολύ υψηλές προσλήψεις φυτικών ινών (50γρ/ ημέρα), μπορεί να βελτιώσουν ακόμη περισσότερο τον γλυκαιμικό έλεγχο, είναι όμως δύσκολο να γίνουν εύκολα ανεκτές τόσο μεγάλες ποσότητες φυτικών ινών.

Ζάχαρη

Επικρατεί η λανθασμένη αντίληψη ότι τα άτομα που πάσχουν από διαβήτη, δεν επιτρέπεται να καταναλώνουν ζάχαρη και προϊόντα που την περιέχουν. Η αλήθεια είναι πως ο γλυκαιμικός δείκτης της ζάχαρης (σουκρόζη), η οποία αποτελείται από γλυκόζη και φρουκτόζη, είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο του αμύλου. Η μέτρια κατανάλωση ζάχαρης, δεν φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τον γλυκαιμικό έλεγχο στον διαβήτη και έτσι οι συστάσεις για την κατανάλωση της ζάχαρης, είναι οι ίδιες μ’ αυτές του γενικού πληθυσμού. Βασική λοιπόν οδηγία για όλους, αποτελεί η σύσταση για ελάχιστη κατανάλωση τροφών και ροφημάτων που περιέχουν πρόσθετα σάκχαρα. Η ζάχαρη και τρόφιμα που την περιέχουν θα πρέπει να υπολογίζονται στο σύνολο της επιτρεπόμενης ημερήσιας πρόσληψης υδατανθράκων.

Μολονότι η φρουκτόζη έχει πολύ χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, η χρήση της σαν γλυκαντικό δεν προτείνεται, διότι η αυξημένη κατανάλωση φρουκτόζης μπορεί να αυξήσει των επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα. Να σημειωθεί πως δεν πρέπει να αποφεύγουμε την φυσική παρουσία της φρουκτόζης στα φρούτα και λαχανικά. Οι αλκοόλες σακχάρων (όπως είναι η σορβιτόλη και η μαλτιτόλη) που συχνά χρησιμοποιούνται ως γλυκαντικά (σε τσίχλες και καραμέλες), παρέχουν περίπου τις μισές θερμίδες και γραμμάρια υδατανθράκων από τους υπόλοιπους υδατάνθρακες και φυσικά η ποσότητα στην οποία καταναλώνονται, θα πρέπει να συνυπολογίζεται στο σύνολο των υδατανθράκων. Τα συνθετικά γλυκαντικά όπως είναι η ζαχαρίνη και η ασπαρτάμη δεν περιέχουν θερμίδες και υδατάνθρακες και έτσι μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια, αντί της ζάχαρης.

Τα λιπαρά

Τα άτομα που πάσχουν από διαβήτη, βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη καρδιαγγειακών νοσημάτων, έτσι οι γενικές οδηγίες για τα λιπαρά της διατροφής είναι οι ίδιες με όλα τα άτομα που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο: Κορεσμένα λιπαρά σε ποσοστό μικρότερο από το 7% του συνόλου των θερμίδων, ελάχιστα trans λιπαρά και διαιτητική χοληστερόλη κάτω από 200mg/ ημέρα. Τέλος, προτείνονται 2-3 μερίδες ψαριών ανά εβδομάδα, καλύπτοντας εύκολα τις ανάγκες σε ω3 λιπαρά οξέα, μειώνοντας τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα και αντικαθιστώντας γεύματα που παρέχουν κορεσμένα λιπαρά (κρέας, κοτόπουλο).

Πρωτεΐνες

Η προτεινόμενη κατανάλωση πρωτεϊνών για τους διαβητικούς είναι 15% της συνολικής ενέργειας, η ίδια δηλαδή με του γενικού πληθυσμού. Ορισμένες έρευνες έδειξαν ότι η αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών (>20%) μπορεί να βελτιώσει τον γλυκαιμικό έλεγχο, να αυξήσει το αίσθημα του κορεσμού και να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Σε βάθος χρόνου όμως τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά. Τέλος, δεν προτείνεται δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες διότι μπορεί να επιβαρύνει την νεφρική λειτουργία, ιδιαίτερα σε άτομα που πάσχουν από ανάλογα νοσήματα.

Αλκοόλ και διαβήτης

Οι οδηγίες για διαβητικούς είναι οι ίδιες μ’ αυτές του γενικού πληθυσμού. Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν βλάπτει. Όσοι βρίσκονται είτε σε φαρμακευτική αγωγή που προάγει την παραγωγή ινσουλίνης, είτε χρησιμοποιούν ινσουλίνη, είναι καλό να καταναλώνουν αλκοόλ μαζί με τροφές που περιέχουν υδατάνθρακες, ώστε να αποφύγουν την υπογλυκαιμία. Το αλκοόλ επηρεάζει την παραγωγή γλυκόζης στο ήπαρ και μπορεί να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν η κατανάλωση αλκοόλ είναι μέτρια σε ποσότητα. Αντίθετα η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ (>3 ποτά ανά ημέρα) μπορεί να επιδεινώσει την υπεργλυκαιμία και να αυξήσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων, σε άτομα που παρουσιάζουν ευαισθησία. Το αλκοόλ πρέπει φυσικά να αποφεύγεται από έγκυες γυναίκες, από άτομα με προχωρημένη νευροπάθεια, από άτομα με αυξημένα τριγλυκερίδια και ιστορικό κατάχρησης αλκοολούχων ποτών.

Μικροθρεπτικά συστατικά

Θα πρέπει να αναφέρουμε πως ορισμένες έρευνες έδειξαν ότι η χορήγηση χρωμίου ως συμπλήρωμα διατροφής, μπορεί να βελτιώσει τον γλυκαιμικό έλεγχο στο διαβήτη τύπου 2. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να αποτελέσει προτροπή για χρήση τέτοιων συμπληρωμάτων. Η γενική οδηγία σε ότι αφορά τα συμπληρώματα είναι η ίδια για διαβητικού και μη διαβητικού. Θα πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν παρατηρηθεί κάποια έλλειψη και μόνο τότε.

Η οργάνωση των γευμάτων

Ο διαιτολόγος θα πρέπει να οργανώσει τα γεύματα του διαβητικού, εξατομικεύοντας και με στόχο πάντα τον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει παχυσαρκία, τα πράγματα μοιάζουν να είναι πιο εύκολα, διότι αρκεί μια μέτρια απώλεια βάρους για να βελτιωθούν όλοι οι δείκτες. Η προσπάθεια όμως θα πρέπει να έχει σαν στόχο την οριστική αλλαγή του τρόπου ζωής, ώστε να διατηρηθούν τα θετικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση που γίνεται θεραπεία με ινσουλίνη και ιδιαίτερα στα άτομα με φυσιολογικό ή χαμηλότερο βάρος (πχ διαβήτης τύπου 1), χρειάζεται ακριβής υπολογισμός των υδατανθράκων του κάθε γεύματος σε σχέση με τις δόσεις της ινσουλίνης.

Μετρώντας τους υδατάνθρακες

Το μέτρημα των υδατανθράκων είναι πολύ πιο εύκολο και ευέλικτο από άλλους τρόπους σχεδιασμού του διαβητικού διαιτολογίου και ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην περίπτωση του ινσουλο-εξαρτώμενου διαβήτη.

Λειτουργία:

• Ο διαιτολόγος υπολογίζει τις θρεπτικές και ενεργειακές ανάγκες του ατόμου.

• Ορίζεται το ημερήσιο σύνολο των υδατανθράκων.

• Οι υδατάνθρακες μοιράζονται στα γεύματα, ο αριθμός και το μέγεθος των οποίων εξαρτάται από τον τρόπο ζωής, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και την αγωγή του διαβητικού ατόμου.

• Η ποσότητα των υδατανθράκων εκφράζεται σε γραμμάρια ή μερίδες.

• Η διαβητικός θα πρέπει να ανησυχεί μόνο για πετύχει την ποσότητα των υδατανθράκων και όχι για το είδος, επιλέγοντας τις τροφές από ανάλογους πίνακες και χωρίς να κινδυνεύει να χάσει τον γλυκαιμικό έλεγχο.

Παρόλα αυτά, τα άτομα χρειάζονται καθοδήγηση στην χρήση των υπολοίπων μη –υδατανθρακούχων τροφών, ώστε να μάθουν να κάνουν σωστές και υγιεινές επιλογές, με στόχο την διατήρηση καλής υγείας και όχι μόνο φυσιολογικών τιμών γλυκόζης. Υπάρχουν διάφορα επίπεδα εκπαίδευσης των διαβητικών, η επιλογή των οποίων εξαρτάται από τις ανάγκες και την ικανότητα του διαβητικού ατόμου.

Η φυσική δραστηριότητα στην διαχείριση του διαβήτη

Η συστηματική φυσική δραστηριότητα έχει κεντρικό ρόλο στον έλεγχο του διαβήτη. Η άσκηση μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και έτσι απαιτείται πλέον λιγότερη ποσότητα ινσουλίνης. Επιπρόσθετα η φυσική δραστηριότητα βελτιώνει και άλλους δείκτες υγείας όπως είναι η βελτίωση των λιπιδίων του αίματος, η μείωση της αρτηριακής πίεσης, η μείωση του σωματικού βάρους και τελικά η καρδιαγγειακή λειτουργία. Αρκούν 30 λεπτά την ημέρα μέτριας ή αυξημένης έντασης αερόβιας δραστηριότητας, σε συνδυασμό με ασκήσεις δύναμης 2 με 3 την εβδομάδα, εκτός εάν κάποια άλλη παθολογική κατάσταση θέτει περιορισμούς.